Παρασκευή, 20 Δεκεμβρίου 2019

#1 by kostask: Gold Dime - My House



   Ο αρσενικός κορμοράνος ήταν πλέον γέρος. Ακόμα και σαν πουλί, είχε το ένστικτο να καταλάβει ότι το τέλος του ήταν κοντά. Τα πούπουλά του είχαν μαδίσει εκεί που έσφιγγε το σχοινί. Το ράμφος του δεν άνοιγε πια όπως παλιά, είχε αγκυλωθεί σε μια περίεργη γωνία. Τα νύχια του είχαν λιώσει από το ξύσιμο πάνω στη βάρκα. Το ταίρι του είχε πια πεθάνει. Την είδε μια τελευταία φορά να βουτάει στο νερό. Δεν ξαναβγήκε ποτέ στην επιφάνεια. Και είχαν ξεκινήσει όλα τόσο ονειρικά σ' εκείνη την κοιλάδα. Με το που έφτασαν εκείνοι οι άνθρωποι όμως και κρέμασαν άλλους ανθρώπους από το δέντρο τους, τα αυγά τους έπεσαν από τη φωλιά και έσπασαν. Δεν ήξεραν τι να κάνουν παρά να πετάξουν μακρυά. Τότε τους αιχμαλώτισε ο ψαράς και από τότε η θηλιά δεν έφυγε ποτέ από το λαιμό του. Μια ζωή πόνου, σκλαβιάς και δυστυχίας. Όχι άλλο. Βούτηξε όπως πάντα στο νερό, αυτή τη φορά όμως όχι για να πιάσει ψάρια. Θα έμενε κάτω από το νερό για πάντα. Έκλεισε τα μάτια και παραδόθηκε. Ο ψαράς παραξενεύτηκε όσο αργούσε να εμφανιστεί, άρχισε να τραβάει το σάπιο σχοινί με δύναμη αλλά αυτό είχε πιαστεί στην καρίνα. Δεν ήθελε πολύ για να κοπεί. Κάπως έτσι ο κορμοράνος ελευθερώθηκε μέσα στο νερό. Τα μάτια του άνοιξαν, το σώμα του παρασύρθηκε από κάτι που είχε χρόνια να ζήσει. Με ότι τελευταίες δυνάμεις του έμεναν, κλώτσησε με τα πόδια να βγει στην επιφάνεια. Ένιωσε τον αέρα να έρχεται κόντρα πάνω του και άνοιξε τα ξεφτισμένα του φτερά. Πετούσε ξανά! Ελεύθερος. Άρχισε να κατευθύνεται προς τον ήλιο. Από μακρυά φαινόταν η κομμένη θηλιά, ακόμα περασμένη στο λαιμό του. Ελεύθερος γεννήθηκε, ελεύθερος θα πεθάνει. Στον αέρα. Όπως αρμόζει σε όλα τα πουλιά. Έκλεισε τα μάτια. Έφερε την καταπράσινη κοιλάδα στο νου του. Το ταίρι του να κάθεται πάνω από τα αυγά τους, αυτός να μαζεύει κλαδιά. Το ράμφος του παρέμενε ακόμα περίεργα αγκυλωμένο. Έμοιαζε με χαμόγελο. Το νεκρό του σώμα του άρχισε να χάνει ύψος, τα φτερά πλέον δεν κουνιόντουσαν. Έπεφτε με μεγάλη ταχύτητα, οριακά αποφεύγοντας τη σκεπή του Πύργου, μόνο για να προσγειωθεί στο τελευταίο πάτωμά του.

Ακριβώς ανάμεσα στον Χαγιάτε και στον Νακίτο τον Νίντζα.

- "Καταραμένε Χαγιάτεεεε!!", ούρλιαξε και σείστηκαν τα τείχη του Πύργου. Μέχρι και ο αέρας τρόμαξε και σταμάτησε να φυσάει.
- "Γεια σου Νακίτο. Πάει καιρός"
Πριν προλάβει να τελειώσει καλά-καλά την πρότασή του, τρία αστεράκια σούρικεν εκτοξεύθηκαν προς το μέρος του Χαγιάτε τα οποία απέφυγε με ανάποδο επιτόπιο άλμα.
- "Δε θα σου επιτεθώ Νακίτο, το ξέρεις αυτό έτσι?"
- "Ο Νακίτο δεν είναι εδώ. Αυτός ο δειλός δε θα είναι ποτέ ξανά εδώ. Τώρα είμαι μόνο εγώ! Και αφού σκοτώσω και σένα, θα έχω σκοτώσει ό,τι έχει απομείνει από την βρωμερή μάστιγα των Νίντζα. Μια για πάντα! Και μετά σειρά έχει ο υπόλοιπος κόσμος και όλα τα μιάσματα μέσα του!". Τα κόκκινα μάτια έβγαζαν φωτιές από μέσα τους.
- "Νακίτο!! Πρέπει να ξυπνήσεις Νακίτο. Το ξέρω ότι μ ακούς!
- "Δεν μπορεί να σε ακούσει πλέον. Μου πήρε χρόνια για να τον κρύψω, να τον νικήσω. Τόσα χρόνια να υπάρχω στις σκιές του μυαλού του. Επιτέλους ζω! Και ο Νακίτο πέθανε. Γιατί τον σκότωσα εγώ!"
- "Και τότε γιατί είμαι εγώ εδώ τώρα?"
- "Για να βρεις το τέλος σου" είπε και όρμηξε εναντίον του Χαγιάτε κρατώντας την κατάνα με τα δυο του χέρια. Ο Χαγιάτε προσπάθησε να τον αποφύγει, αλλά η λεπίδα τον βρήκε στο μπράτσο κάνοντάς τον να χάσει την ισορροπία του και να βρεθεί στο πάτωμα. Το κόκκινα μάτια είχαν γυρίσει για να επιτεθούν ξανά στον πεσμένο αντίπαλο. Ο Χαγιάτε έψαξε με τα χέρια του να βρει κάτι να αμυνθεί. Βρίσκει την άκρη από ένα σχοινί και συνειδητοποιεί ότι ήταν ο νεκρός κορμοράνος. Αφού τον έφερε δυο βόλτες για να αποκτήσει ορμή, τον πέταξε πάνω στον 97ο. Το ακόμα περίεργα αγκυλωμένο ράμφος του κορμοράνου τον πετυχαίνει ακριβώς στο δεξί μάτι. Το πλέον κόκκινο μάτι ούρλιαξε από τον πόνο. Το αίμα, μαύρο και πηχτό, άρχισε να τρέχει από την άδεια τρύπα. Η πρώτη έκπληξη δεν κράτησε πολύ. Αμέσως συνήλθε, μαεστρικά βυθίζοντας το σπαθί στο λαιμό του Χαγιάτε.
- "Νακίτο.." προσπάθησε να μιλήσει συγκρατώντας με το ένα του χέρι το αίμα που άρχισε με ορμή να αναβλύζει "Νακίτο... ήρθε η ώρα πια.. ΒΓΕΣ!"
Ο 97ος παρά τον πόνο φαινόταν να γελάει δυνατά, όσο σήκωνε ξανά το σπαθί με το δεξί χέρι για το τελευταίο χτύπημα. Το σπαθί βρισκόταν στο ψηλότερο σημείο πάνω από το κεφάλι του όταν ξεκίνησε την φονική του πτώση. Ξαφνικά, το σπαθί σταματάει. Ο 97ος κοιτάει απορημένος ψηλά με το ένα του μάτι, μόνο για να δει ότι το αριστερό του χέρι είχε πιάσει το σπαθί από τη λεπίδα και το συγκρατούσε. Εκείνη τη στιγμή, ο χρόνος σαν να σταμάτησε. Μέχρι και το αίμα έμοιαζε να έχει σταματήσει να κυλάει πλέον. Το σώμα του όρθιου Νίντζα που κρατούσε την κατάνα με τα 2 χέρια σε ανάποδη φορά, άρχισε να διογκώνεται. Ο πεσμένος Χαγιάτε έβλεπε τα δύο πόδια του Νίντζα να γίνονται σιγά-σιγά τέσσερα, τον κορμό του να γίνεται δύο κομμάτια, το πρόσωπό του να εμφανίζει και άλλο μάτι. Η κραυγή του Νακίτο του Νίντζα έσκισε τον ουρανό. Ήταν τόσο εκκωφαντική που δημιούργησε ρωγμή στον πάτωμα του Πύργου, ακριβώς ανάμεσα στους δύο πλέον Νίντζα. Ο 97ος είχε σαστίσει, το ένα κόκκινό του μάτι τρεμόπαιζε. Κάνει να επιτεθεί στον Νακίτο τον Νίντζα με την κατάνα, μόνο για να δει να σκίζει τον αέρα με το άδειο του χέρι.
- "Σειρά μου τώρα", λέει ο Νακίτο ο Νίντζα κρατώντας την κατάνα με τα δυο του χέρια και πετυχαίνοντάς τον στον αριστερό ώμο. Είχε τόση δύναμη, που η λεπίδα βγήκε από τον δεξί μηρό του 97ου, κόβοντάς τον στα δυο. Τα δυο κομμάτια σάρκας άρχισαν να ξεκολλούν αργά, μόνο για να εξαφανιστούν τελείως πέφτοντας στο πάτωμα.
- "Χαγιάτε! Χαγιάτεε!! φώναξε και έσκυψε πάνω από τον αδερφικό του φίλο, πάνω από τον μόνο άνθρωπο που υπήρχε πλέον στον κόσμο γι αυτόν. Και που τώρα αργοπέθαινε.
- "Που ήσουν Χαγιάτε όλα αυτά τα χρόνια? Γιατί έφυγες? Γιατί με πρόδωσες?!"
- "Έπρεπε Νακίτο", είπε με όση δύναμη είχε ακόμα. "Το ξέρεις ότι έπρεπε. Αλλιώς δε θα φανερωνόταν ποτέ. Κι αν δε φανερωνόταν, δε θα τον έβρισκες ποτέ. Κι αν δεν τον έβρισκες ποτέ, τότε θα χανόσουν για πάντα. Όπως και ο υπόλοιπος κόσμος. "
- "Μα, τι εννοείς? Πως το ήξερες?!"
- "Μα αφού εσύ με δημιούργησες φίλε μου. Γι' αυτόν τον λόγο. Το ήξερες πάντα. Ήξερες ότι ο μόνος τρόπος για να αντιμετωπίσεις τα κόκκινα μάτια, ήταν να δημιουργήσεις το αντίθετό του."
- "Τι εννοείς σε δημιούργησα Χαγιάτε??!!" Μαζί μεγαλώσαμε, στον Ναό! Τι ανοησίες λες?"
- "Μερικές φορές μπορούμε να γνωρίσουμε καλύτερα τον εαυτό μας μόνο όταν αφήσουμε άλλους μέσα. Θυμήσου Νακίτο. Αυτό μου είχες πει όταν είχες πρωτοδεί τα κόκκινα μάτια στον Ναό, όταν αποφάσισες πως αυτός θα ήταν ο μόνος τρόπος να τον νικήσεις, όταν με δημιούργησες για να το κάνεις. Αντίο φίλε μου, δε με χρειάζεσαι άλλο. Τα κατάφερες", είπε και η μορφή του άρχισε να γίνεται διάφανη μέχρι που εξαφανίστηκε τελείως. Εκεί που λίγο πριν είχε πλημμυρίσει με αίμα, τώρα δεν υπήρχε τίποτα άλλο παρά καθαρές πέτρες. Και ένας νεκρός κορμοράνος με μια θηλιά στο λαιμό. Ο Νακίτο ο Νίντζα δεν είχε ξανανιώσει ποτέ τόσο μόνος σε όλη του τη ζωή. Κάθισε κάτω στο πάτωμα σε στάση μπάντα κονασάνα όπως ορίζει το Σεπούκου και έπιασε το ξίφος από τη λεπίδα. Σημάδεψε την κοιλιά του. Ήταν ο Νακίτο, ο τελευταίος Νίντζα. 


1) Gold Dime - My House
2) Black Midi - Schlagenheim
3) Have a Nice Life - Sea of Worry
4) Swans - Leaving Meaning.
5) Thurston Moore - Spirit Counsel
6) The Membranes - What Nature Gives... Nature Takes Away
7) Murder Capital - When I have Fears
8) Paint Thinner - The Sea of Pulp
9) Hey Colossus - Four Bibles
10) Pelican - Nighttime Stories
11) Diiv - Deceiver
12) Iguana Death Cult - Nude Casino
13) Fews - Into Red
14) The Underground Youth - Montage Images of Lust and Fear
15) Pile - Green and Gray
16) Fontaines D.C. - Dogrel
17) The Crows - Silver Tongues
18) Seablite - Grass Stains and Novocaine
19) Uranium Club - The Cosmo Cleaners
20) Gotobeds - Debt Begins at 30


No1 by Cubelax: Black Midi - Schlagenheim


Πέμπτη, 19 Δεκεμβρίου 2019

#2 by kostask: Black Midi - Schlagenheim


   Είχε ξημερώσει, είχε φτάσει το απόγευμα, έπεσε πάλι το σκοτάδι της νύχτας. Και ο Νακίτο ο Νίντζα ακόμα κοιτούσε μέσα στον καθρέφτη. Ένιωθε σαν να ζει σε εφιάλτη. Τα θυμόταν όλα τώρα. Για την ακρίβεια, του τα έλεγε όλα η αντανάκλαση στον καθρέφτη. 

Τα κόκκινα μάτια δε λένε ποτέ ψέμματα. 

Καλύτερα να ξεχάσεις, παρά να σταματήσεις να θυμάσαι. 

Ο μόνος τρόπος να σκοτώσεις μια ανάμνηση, είναι να δημιουργήσεις μιαν άλλη. 

Ο ξένος που τον κοιτούσε από το παράθυρο του παλιού του κελιού ήταν ο ίδιος. 

Ξαναζούσε την μνήμη κάποιου άλλου, αλλά ήταν η δική του. 

Οι ιδέες είναι παράσιτα.

Για να απελευθερωθεί το μυαλό, οι αναμνήσεις πρέπει να πεθάνουν. 

Το μυαλό είναι φυλακή.


   Για τον Νακίτο τον Νίντζα, η νεκρή πια Ρέτσουκο ήταν κάποτε ο έρωτας της ζωής του. Για τα κόκκινα μάτια, ήταν η αδερφή του που έπρεπε να τιμωρηθεί επειδή δεν κράτησε τους απλούς κανόνες του κρυφτού με θύματα τους γονείς τους. Για τον Νακίτο τον Νίντζα, η ζωή του Νίντζα ήταν η μόνη ζωή που έμαθε ποτέ, αυτή που θεωρούσε ευγενή, ιερή και αιώνια. Για τα κόκκινα μάτια, οι Νίντζα ήταν αυτοί που ήταν υπεύθυνοι για όλα τα δεινά του κόσμου. Η εκδίκηση ήταν αυτή που τον δημιούργησε, η εκδίκηση ήταν αυτή που τον έτρεφε τόσα χρόνια, η εκδίκηση ήταν το μόνο που είχε σημασία. Ο Νακίτο ο Νίντζα ήταν τα κόκκινα μάτια. Ο Νακίτο ο Νίντζα ήταν ο 97ος. Ο Νακίτο ο Νίντζα ήταν αυτός που κυνηγούσε. Ο Νακίτο ο Νίντζα δεν ήξερε ποιος ήταν. Αυτός όμως που ήξερε ήταν ο Χαγιάτε. 

No2 by Cubelax: W.H. Lung - Incidental Music


Τετάρτη, 18 Δεκεμβρίου 2019

#3 by kostask: Have a Nice Life - Sea of Worry


   Τα πουλιά τρομαγμένα άφησαν όπως-όπως τις φωλιές τους και πέταξαν μακρυά. Οι κόρες τρομαγμένες άρχισαν να τρέχουν να γλιτώσουν. Δεν πρόλαβαν ποτέ. Οι μανάδες αλαφιασμένες προσπαθούσαν να φωνάξουν τους πατεράδες που ήταν μακρυά στα χωράφια. Αυτοί έπιασαν ότι είχαν μπροστά τους ώστε να αμυνθούν: τσάπες, φτυάρια και σπόρους φακής. Δεν είχαν ποτέ καμιά ελπίδα. Οι μαυροφορεμένοι άντρες που επιτέθηκαν στο χωριό δεν έδειχναν κανέναν οίκτο. Έσφαζαν όποιον έβρισκαν μπρστά τους. Ο πατέρας έτρεξε στην καλύβα. Άρπαξε τη μάνα με το ένα χέρι και την Ρέτσουκο με το άλλο. "Που είναι ο αδερφός σου?!" ρωτούσε με φωνή που δεν είχε χρησιμοποιήσει ποτέ. Η Ρέτσουκο δεν ήξερε. Ο μικρός ήταν άσος στο κρυφτό. Και οι κανόνες του κρυφτού είναι ξεκάθαροι. Αν δε σε βρουν, δε φανερώνεσαι. Ο πατέρας δεν είχε χρόνο για χάσιμο, έπρεπε να κρυφτούν και οι ίδιοι. Οι τρεις τους πήγαν κάτω από το μεγάλο κρεβάτι. Οι μαυροφορεμένοι άντρες αφού σκότωσαν όποιον βρήκαν στα χωράφια, άρχισαν να πηγαίνουν από πόρτα σε πόρτα, μην αφήνοντας κανέναν ζωντανό. Οικογένειες ολόκληρες είχαν ξεκληριστεί σε λίγες μόνο στιγμές. Οι κραυγές έσκιζαν τον αέρα, αλλά δεν κρατούσαν πολύ. Ένας μαυροφορεμένος μπήκε στην καλύβα τους. Ο πατέρας με το δάχτυλό του στα χείλη έδειχνε στη μάνα και στη Ρέτσουκο να κάνουν ησυχία. Μόνο τα πόδια του άντρα φαίνονταν καθώς έψαχνε στα δωμάτια. Ήρθε και στο δικό τους. Άνοιξε την ντουλάπα. Ο μικρός ήταν καλά κρυμμένος πίσω από τα ρούχα, ο άντρας δεν τον είδε. Ο μικρός δεν είχε ακόμα αντιληφθεί τίποτα. Τότε ακούστηκε το φτέρνισμα της Ρέτσουκο. Ο άντρας δεν έχασε δευτερόλεπτο: αναποδογύρισε το κρεβάτι αποκαλύπτοντας ένα κορίτσι, μια τρομοκρατημένη μάνα και έναν πατέρα που αμέσως σηκώθηκε και του επιτέθηκε πετώντας του φακές στο πρόσωπο. Οι φακές αποσυντόνισαν τον άντρα, τόσο ώστε η μάνα να πεταχτεί κρατώντας την πιρούνα με την οποία λίγο πριν μαγείρευε. Αστόχησε όμως. Όλα έγιναν σε μια στιγμή. Αφού άκουσε τον θόρυβο, ο μικρός άνοιξε την πόρτα της ντουλάπας μόνο για να δει τον άντρα να συνέρχεται και να κόβει το κεφάλι του πατέρα του με το σπαθί. Η στριγγλή φωνή της μάνας κόπηκε στην αρχή της, όταν ο άντρας με γρήγορες κινήσεις έκοψε και το δικό της κεφάλι που κύλησε στο πάτωμα για να συναντήσει αυτό του πατέρα. Ο μικρός, πατώντας πάνω στο αίμα του πατέρα που είχε γεμίσει το πάτωμα, έτρεξε να πιάσει την πιρούνα μέσα από το χέρι της μάνας και με όλη τη δύναμη που είχε να την καρφώσει στο γόνατο του άντρα την ίδια στιγμή που αυτός σημάδευε την Ρέτσουκο. Το σπαθί την βρήκε στο μπράτσο. Ο μαυροφορεμένος άντρας ούρλιαξε από τον πόνο, αλλά κατάφερε να σηκώσει τον μικρό παραμάσχαλα και να φύγει τρέχοντας από την καλύβα. Ο μικρός έβλεπε τα τρία πεσμένα σώματα να γίνονται μικρότερα και να απομακρύνονται. Κοίταξε για μια στιγμή κάτω στο πάτωμα και είδε την αντανάκλασή του στο αίμα. Αμέσως μετά λιποθύμισε και έκλεισε τα μάτια. Η αντανάκλασή του στο αίμα τα είχε ακόμα ανοιχτά. Τα κόκκινα μάτια είχαν μόλις γεννηθεί. Το κρυφτό είναι απλό παιχνίδι με ξεκάθαρους κανόνες. Αν δε σε βρουν, δε φανερώνεσαι. 

No3 by Cubelax: Fontaines D.C. - Dogrel


Τρίτη, 17 Δεκεμβρίου 2019

#4 by kostask: Swans - Leaving Meaning.


   Μόλις είχε μπει η Άνοιξη. Τα χιόνια είχαν πια δώσει ότι είχαν να δώσουν, τώρα ήταν η σειρά των ποταμών να γεμίσουν από νερό και να πρασινίσουν τα δέντρα της κοιλάδας του χωριού. Τα πουλιά γυρνούσαν στις παλιές τους φωλιές για να τις βρουν σχεδόν κατεστραμμένες, αλλά τίποτα που να μην φτιάχνεται χωρίς λίγα κλαδιά, λάσπη και σκληρή δουλειά. Τα νέα τους αυγά θα τα αποζημίωναν όλα. Οι λιγοστές οικογένειες του χωριού ξεκινούσαν την σπορά φακής. Χαμόγελα και ροδοκόκκινα μάγουλα σε όλα τα χωράφια. Πατεράδες να χαιρετάνε απο μακρυά άλλους πατεράδες που μάθαιναν την σπορά στους πρόθυμους γιους. Κόρες να χασκογελούν μεταξύ τους πλένοντας ρούχα στην βρύση. Μανάδες να φωνάζουν από μακρυά ότι το ευωδιαστό τους φαγητό θα κρύωνε αν αργούσαν κι άλλο. Ο μικρός να παίζει κρυφτό με την αδερφή του. Είχε κλειδωθεί μέσα στη ντουλάπα και προσπαθούσε να πνίξει τα γέλια του όσο η Ρέτσουκο δεν κατάφερνε να τον εντοπίσει. Τότε ακούστηκαν οι κραυγές.

No4 by Cubelax: Purple Mountains - Purple Mountains

Δευτέρα, 16 Δεκεμβρίου 2019

#5 by kostask: Thurston Moore - Spirit Counsel


   Πως γίνεται να σκοτώσεις μία ανάμνηση όταν δεν μπορείς να την ξεχάσεις? Και πως γίνεται να ξεχάσεις μία ανάμνηση όταν την βλέπεις μπροστά σου? Ήταν όντως το πρόσωπο της Ρέτσουκο αυτό που έβλεπε? Ή μήπως ήταν το πρόσωπο της αδερφής του που δεν ήταν βέβαιος ότι είχε ποτέ? Μήπως ο μόνος τρόπος να σκοτώσεις μία ανάμνηση είναι να δημιουργήσεις μιαν άλλη? Η λεπίδα του σπαθιού βυθίστηκε στο κέντρο του στήθους της ακριβώς την στιγμή που η Ρέτσουκο έπαιρνε ανάσα για να πει κάτι. Με τις τελευταίες δυνάμεις που είχε, άπλωσε το χέρι της στο πρόσωπο του Νακίτο του Νίντζα τραβώντας τη μάσκα του. Πίσω της υπήρχε ένας καθρέφτης. Ο Νακίτο ο Νίντζα κοίταξε μέσα του. Το μόνο που είδε ήταν δυο κόκκινα μάτια. 

No5 by Cubelax: Fat White Family - Serfs Up!


Κυριακή, 15 Δεκεμβρίου 2019

#6 by kostask: The Membranes - What Nature Gives... Nature Takes Away


   Το μυαλό είναι φυλακή και οι μνήμες φύλακές του. Κάθε τόσο εμφανίζονται με φαγητό, σε ξυπνάνε για την πρωινή αναφορά, σου κάνουν βασανιστήρια. Τρέφουν το μυαλό και το κρατάνε ζωντανό μόνο και μόνο για να του υπενθυμίζουν ότι υπάρχει εξ αιτίας τους και ότι μπορεί να υπάρξει μόνο μαζί τους. Δεν ήταν η Ρέτσουκο στην άλλη άκρη του σχοινιού, δε θα μπορούσε να είναι. Μια ανάμνηση θα ήταν. Για να απελεθερωθεί το μυαλό, οι αναμνήσεις πρέπει να πεθάνουν. 

No6 by Cubelax: Murder Capital - When I Have Fears


Σάββατο, 14 Δεκεμβρίου 2019

#7 by kostask: Murder Capital - When I Have Fears


   Τα τείχη του Πύργου ήταν πολύ ψηλά. Ο γάντζος του δεν έφτανε για να τα περάσει με ένα φαντασμαγορικό σάλτο όπως σχεδίαζε και το πάχος του τοίχου ήταν πολύ μεγάλο σ' εκείνο το σημείο για να μπορέσει να μεταφέρει την αύρα του στο εσωτερικό. Έβλεπε από μακρυά τις ομάδες με τα δαδιά να σαρώνουν όλη την πλαγιά. Δε θα έπαιρνε πολύ χρόνο για να τον εντοπίσουν. Η απελπισία είναι ο καλύτερος σύμμαχος του Νίντζα. Η απελπισία του εχθρού όμως. Η απελπισία είναι που οπλίζει το λάθος χέρι, η απελπισία είναι που σε κάνει να σηκώνεις το χέρι πιο αργά, η απελπισία είναι που σε κάνει να κοιτάς έναν τοίχο χωρίς να έχεις δει ότι από το τελευταίο παράθυρο κάποιος μόλις είχε ρίξει ένα σχοινί. Μα τον Βούδα! Ίσως να μην είναι τελείως μόνος σ αυτό. Όποιος ζει με την ελπίδα, πεθαίνει από απελπισία. Και ο Νακίτο ο Νίντζα δεν έτρεφε ποτέ ελπίδες. Ξεσπάθωσε πριν αρχίσει να σκαρφαλώνει. 

No7 by Cubelax: Pelican - Nighttime Stories


Παρασκευή, 13 Δεκεμβρίου 2019

#8 by kostask: Paint Thinner - The Sea of Pulp


   Το μονοπάτι ήταν στενό, σχεδόν κρυμμένο ανάμεσα στους σφένδαμους. Θα γινόταν εύκολος στόχος για όποιον αγροίκο κρυβόταν ανάμεσα στις καμέλιες. Δεν είχε άλλη επιλογή όμως αν ήθελε να αποφύγει τον κεντρικό δρόμο που θα ήταν σίγουρα πλημμυρισμένος από κυνηγούς επικηρυγμένων. Μέσα σε λίγες μόνο ημέρες αφότου επικηρύχθηκε επίσημα με αυτοκρατοτική σφραγίδα, κάθε άξεστος κακοποιός, πληρωμένος δολοφόνος και φιλόδοξος εκμαυλιστής από καθε γωνιά της επαρχίας του Ίγκα, είχε ξεκινήσει για να βρει τον Νακίτο τον Νίντζα. Ζητείται νεκρός ή περισσότερο νεκρός έλεγε η αγγελία. Για εγκλήματα κατά του Νόμου και του Αυτοκράτορα. Ο 97ος τον είχε προλάβει. Είχε φτάσει πρώτος στον Τακαχάσι, έσφαξε την οικογένειά του και έκαψε όλες τις στολές του. Εξαφάνισε κάθε ίχνος που θα μπορούσε να οδηγήσει πίσω σ' αυτόν. Άφησε μόνο ένα γράμμα. Ο γραφικός χαρακτήρας του Τακαχάσι ήταν μοναδικός, κανείς σε όλο τον κόσμο δε θα μπορούσε να τον αντιγράψει. Το γράμμα έλεγε πως ο Νακίτο ο Νίντζα θα είναι υπεύθυνος για τον θάνατό του αν αυτός συνέβαινε σύντομα. Προφανώς ο 97ος τον ανάγκασε να το γράψει απειλώντας την οικογένειά του. Ένιωθε τον 97ο να διαβάζει το μυαλό του. Νακίτο ο Νίντζα: από κυνηγός, κυνηγημένος. Μύρισε τα άνθη, παραμέρισε τις καμέλιες και μπήκε στο μονοπάτι. Ο Πύργος δεν ήταν μακρυά. 

No8 by Cubelax: Frankie and the Witch Fingers - Zam


Πέμπτη, 12 Δεκεμβρίου 2019

#9 by kostask: Hey Colossus - Four Bibles


   Το βιβλίο το κουβαλούσε πάντα μαζί του. Οι σελίδες του είχαν γίνει γκρι πια από την χρήση και τις κακουχίες. Μύριζε μούχλα και προδομένες ιδέες. Το βιβλίο. Το Ιερό Βιβλίο. Το μόνο βιβλίο που επιτρέπεται να διαβάζουν οι Νίντζα. Το άνοιξε στην σελίδα 76. Εκεί είχε φυλάξει μια φέτα χοιρινού. Την έφαγε. Μόνο γι αυτό αξίζουν πλέον τα βιβλία. Τέρμα η τροφή για σκέψη, μόνο τροφή για το στομάχι τώρα. 

No9 by Cubelax: Gnoomes - MU!


Τετάρτη, 11 Δεκεμβρίου 2019

#10 by kostask: Pelican - Nighttime Stories


   Σιχαμένοι κορμοράνοι. Πλάσματα άξια της μοίρας τους. Έρμαιοι της λαιμαργίας τους, αιώνιοι σκάβοι των δεσμών της ακόρεστης πείνας τους. Βουτάνε στο νερό να μαζέψουν το ψάρι και κάθε φορά αγνοούν ότι τα πόδια τους είναι δεμένα στη βάρκα. Ο ψαράς μαζεύει το σκοινί και τους παίρνει το ψάρι μέσα από το ράμφος. Κι αυτοί ξαναβουτάνε. Τιποτένιοι κορμοράνοι. Παλέψτε άτιμα πτηνά! Φάτε το ψάρι πριν σας το κλέψει για μια ακόμη φορά ο άνθρωπος! Επαναστατήστε! Κόψτε το σκοινί και βγάλτε το μάτι του ψαρά! Δειλοί, ποταποί κορμοράνοι. Απλά ξαναβουτάνε για να τους ξανακλέψουν το ψάρι. Ο Νακίτο ο Νίντζα προτιμά τους πελεκάνους από τους κορμοράνους. Κι από τους ανθρώπους. 

No10 by Cubelax: Big Brave - A Gaze Among Them